Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Παρατεταμένη εφηβεία

Θα ήθελα τη γνώμη σας σχετικά με το φαινόμενο παρατεταμένης εφηβείας που παρατηρείται(ώ) σε πλήθος ανδρών μεταξύ 30 και 40.
Μιλώ για αυτούς που σε ηλικία 30-40, συνεχίζουν να ζουν με την οικογένειά τους, όχι απαραίτητα λόγω οικονομικού αλλά "καλά είναι μωρέ", "είναι ήσυχοι, σαν να μην είναι", "τα πάμε πολύ καλά" και άλλες τέτοιες δικαιολογίες, που εμένα μου ηχούν "είναι καλά να τα έχεις όλα έτοιμα".
Πολλοί είναι άνεργοι κατ επιλογή, γιατί "σιγά μη δουλεύω για 700 ευρώ", πολλοί εργάζονται χωρίς κανέναν απολύτως ζήλο και άλλοι εργάζονται κανονικά, και έχουν μια ακόμα δικαιολογία "δουλεύω όλη μέρα, πάω σπίτι αργά, γιατί να μετακομίσω;".
Με διάφορους ανθρώπους που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία έχει τύχει να γνωριστώ με ερωτική προοπτική (οποιουδήποτε είδους).
Ε λοιπόν εξοργίζομαι, αδυνατώ να καταλάβω τη λογική τους, αδυνατώ να συνειδητοποιήσω πως απέχουν σε αυτή την ηλικία από κάθε είδους υποχρέωση πέραν της εργασίας όταν υπάρχει και δε νιώθουν τίποτε αρνητικό γι αυτό.
Τυχαίνει να μιλάμε για απλά καθημερινά πράγματα και να είναι εκτός πραγματικότητας!
Εγώ ζώ μόνη από τα 17, δουλεύω από τα 20, είμαι 30, δεν έχω έτοιμο τίποτε απολύτως και δε νιώθω κακομοίρα γιαυτό, νιώθω κανονικός άνθρωπος.
Η στάση τους αυτή με "ξενερώνει", δε βρίσκω καλύτερη λέξη και δε ξέρω και πώς να τους το πω. Δηλαδή όταν βρεθούν μόνοι τους μια μέρα τι θα κάνουν; Δε θα πάθουν πανικό;
Δε ξέρω αν φταίει κάτι άλλο που πέφτω μονίμως σε τέτοιες περιπτώσεις ή είμαι υπερβολική στην κριτική μου, αλλά πράγματικά το βρίσκω φοβερό.
2 ερωτήσεις ψυχολογικής φύσεως μου προκύπτουν:
1. Πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι;
2. Υπερβάλλω; Μήπως κατά βάθος ζηλεύω την ευκολία τους; Δε θα θελα να ήμουν σαν αυτούς σε καμία περίπτωση όμως…


A

Χρησιμοποιείς για το φαινόμενο αυτό τον όρο «παρατεταμένη εφηβεία», που αποτελεί τον τίτλο ενός βιβλίου μου που ασχολείται με το θέμα αυτό!

Αρχικά, το φαινόμενο αυτό συναντάται εξίσου σε άντρες και γυναίκες. Γνωρίζω πολλές κοπέλες –να μη σου πως είναι κι εδώ ο κανόνας- που όπως και οι αντίστοιχοι άντρες παραμένουν αιώνιες έφηβες στο πατρικό σπίτι. Απλώς το θέμα των αντρών σε επηρεάζει περισσότερο επειδή όταν συναντήσεις μια κοπέλα που τη θεωρείς ανώριμη, απλώς δεν την κάνεις φίλη. Όταν όμως συναντήσεις έναν ανώριμο άντρα, μπορεί να υπάρχει μια ερωτική έλξη η οποία θα σε οδηγούσε κοντά του αλλά τότε σε απωθεί η ανωριμότητα.

Για το πώς σκέφτονται οι άνθρωποι αυτοί και ποιες συνθήκες δημιουργούν το φαινόμενο, παραθέτω παρακάτω ένα κεφάλαιο από το σχετικό βιβλίο μου.

Είναι πιθανό να υπερβάλεις σχετικά με τη συχνότητα του φαινομένου. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι και το μόνο που μας μένει είναι να κάνουμε τις κατάλληλες επιλογές. Είσαι μια ανεξάρτητη κοπέλα που παλεύεις μόνη, οπότε σου αρμόζουν και οι ανάλογοι άντρες. Ψάξε να τους βρεις γιατί υπάρχουν. Το τι θα κάνουν οι άντρες αυτοί όταν βρεθούν μόνοι, δεν νομίζω πως σε αφορά. Το σίγουρο είναι πως ο καθένας μας φέρει το βάρος των επιλογών του… Θεωρώ πως το φαινόμενο σε ενοχλεί τόσο γιατί ίσως βρίσκεσαι σε αναζήτηση συντρόφου ζωής και βλέπεις πόσο δύσκολο θα είναι αυτό. Όσο για ευκαιριακές σχέσεις, η ανωριμότητα του άλλου μέλους δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να σε επηρεάζει.

Σχετικά με το θυμό που σου προκαλείται, η θεωρία της Gestalt δίνει τρεις επιλογές, σχετικά με το τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από το θυμό αυτό:

·       Φόβος μήπως δεν αγαπηθείς

·       Φόβος μήπως τέτοιοι άντρες σου αξίζουν

·       Μια σταγόνα ζήλειας για την ιδιότητα που μας θυμώνει, αυτό ακριβώς που λες.

ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΕΦΗΒΕΙΑ (Εκδ. Σαββάλας)

Η γενιά των 700 €

Ο Νίκος, 29 ετών, απόφοιτος οικονομικών σπουδών, βρίσκεται επί ένα χρόνο άνεργος και αδρανής. Ο τρόπος ζωής  του  περιλαμβάνει ύπνο την ημέρα και ξενύχτι το βράδυ και πολλές ώρες στον υπολογιστή για παιχνίδια και επικοινωνίες με τους φίλους του στο εξωτερικό. Στη διάρκεια αυτού του χρόνου έχει κάνει αρκετές προσπάθειες να προσληφθεί  ως οικονομολόγος σε εταιρίες όπου και έχει μια φορά ξεκινήσει συνεργασία για να την εγκαταλείψει μετά από ένα μήνα. Οι γονείς του έχουν ανησυχήσει και του έχουν προτείνει να ενταχθεί σε συμβουλευτική διαδικασία.
Ο νέος προέρχεται από μια μέση αστική οικογένεια. Οι γονείς είναι δημόσιοι υπάλληλοι με καλές θέσεις. Στην οικογένεια υπάρχει και μια μικρότερη αδελφή, φοιτήτρια. Οι γονείς έχουν προσέξει πολύ τα παιδιά τους φροντίζοντας ιδιαίτερα τη μόρφωσή τους. Υπήρξαν αρκετά αγχώδεις και πολύ υπερήφανοι σχετικά με τις σχολικές και ακαδημαϊκές τους επιτυχίες. Η κατάσταση αδράνειας στην οποία έχει περιπέσει ο γιος τους τους απασχολεί πολύ, σε βαθμό που τη θεωρούν την οικογενειακή τους «τραγωδία».
Ο Νίκος έρχεται πρόθυμα στη συμβουλευτική διαδικασία, με αίτημα την απόκτηση δεξιοτήτων αναζήτησης εργασίας. Πολύ γρήγορα γίνεται φανερό πως ο νέος άνδρας έχει στρεβλές απόψεις για τον κόσμο της εργασίας και είναι συνηθισμένος σε μια άνετη ζωή  που τον αποτρέπει από τις «ταλαιπωρίες» της επαγγελματικής ζωής.  
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Ελλάδα, ο Νίκος έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία στον τομέα των χρηματοοικονομικών, τις οποίες ολοκλήρωσε μετά από ενάμισι χρόνο. Επιστρέφοντας, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες των γονέων του, κατάφερε να προσληφθεί σε μια Τράπεζα με σύμβαση, από την οποία και απολύθηκε μετά από δεκαοκτώ μήνες έτσι ώστε να μη μονιμοποιηθεί. Από τότε έχει κάνει κάποιες προσπάθειες αναζήτησης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Προσλήφθηκε δοκιμαστικά σε μια εταιρία στην οποία δεν επεδίωξε να συνεχίσει λόγω των κακών συνθηκών εργασίας. Μετά από αυτό είναι απρόθυμος να συνεχίσει τις προσπάθειες για ένταξη στον εργασιακό χώρο και έχει περιπέσει σε αδράνεια.
Ο νέος άνδρας κυριαρχείται από μια αίσθηση αδικίας και αισθάνεται αποτυχημένος. Τόσων χρόνων σπουδές, μεταπτυχιακός τίτλος, γνώσεις υπολογιστή και ξένων γλωσσών δεν έχουν επαρκέσει για την επαγγελματική του αποκατάσταση.  Η εμπειρία του από την εργασία στην Τράπεζα είναι αρνητική και από την ιδιωτική εταιρία ακόμη χειρότερη. Λέει πως υποχρεωνόταν να κάθεται ώρες κλεισμένος σε ένα γραφείο εκτελώντας εργασίες που δεν παρουσίαζαν γι’ αυτόν κανένα ενδιαφέρον και ότι έχει υποστεί άσχημες συμπεριφορές από τους άλλους υπαλλήλους. Η διαδικασία αναζήτησης εργασίας είναι γι’ αυτόν επίπονη, όταν αναγκάζεται να περνά συνεντεύξεις στις οποίες βρίσκεται «στη διάθεση του κάθε συνεντευκτή» που «προσπαθεί να τον φέρει σε δύσκολη θέση». Βρίσκει τις αποδοχές των νέων εργαζομένων ελάχιστες και δηλώνει πως δεν φτάνουν ούτε για τα προσωπικά του έξοδα. Ομολογεί πως το αντικείμενο των σπουδών του δεν τον ενδιαφέρει αλλά  ονειρεύεται να ασχοληθεί με τη μουσική. Απώτερος στόχος του είναι μια θέση στο Δημόσιο, έτσι ώστε «να ηρεμήσει».
Ο Νίκος ανήκει στην περίφημη «γενιά των 700 €». Πρόκειται για νέους γύρω στην ηλικία των 30, που είναι άνεργοι, υποαπασχολούμενοι ή εργαζόμενοι με αποδοχές που δε φτάνουν να τους εξασφαλίσουν μια στοιχειώδη ανεξαρτησία και ασφάλιση. Έχουν ολοκληρώσει σπουδές και συχνά έχουν εντυπωσιακούς ακαδημαϊκούς τίτλους. Ζουν με τους γονείς τους, οι οποίοι ανήκουν κατά κανόνα στην αστική τάξη και έχουν τη δυνατότητα να τους στηρίζουν οικονομικά. Σε άλλες περιπτώσεις ζουν σε ανεξάρτητα σπίτια που είτε ανήκουν στην οικογένειά τους είτε συντηρούνται από αυτή. Οι μη εργαζόμενοι ασχολούνται πολύ με τον υπολογιστή και περνούν πολλές ώρες στο σπίτι ή με φίλους τους σε in στέκια. Είναι συνηθισμένοι σε ένα καλό επίπεδο συνθηκών ζωής και δεν μπορούν να προσαρμοστούν με τη σκληρή σημερινή πραγματικότητα. Έχουν αυτοκίνητο που αγοράστηκε και συντηρείται από τους γονείς, ψωνίζουν με τις πιστωτικές κάρτες των γονέων και έχουν όλες τις πλασματικές ανάγκες lifestyle τις οποίες ικανοποιούν με τα χρήματα των γονέων. Είτε περιμένουν την ιδανική δουλειά είτε έχουν απορρίψει το αντικείμενο των σπουδών τους και επιθυμούν να εργαστούν σε κάποιον άλλο τομέα, συνήθως καλλιτεχνικό. Οι εργαζόμενοι της γενιάς αυτής εργάζονται πολλές ώρες με ελάχιστες αποδοχές, οπότε τα φαινόμενα της γρήγορης αποχώρησης από δουλειές και των μεγάλων διαστημάτων ανεργίας αποτελούν κανόνα. Παρόλα αυτά, η ζωή τους είναι άνετη και το πιο περίεργο είναι ότι οι περισσότεροι θεωρούν την κατάσταση αυτή φυσιολογική. Χαρακτηριστικό είναι ότι αρκετοί νέοι της γενιάς αυτής παντρεύονται και είτε εξακολουθούν να ζουν στα πατρικά σπίτια είτε σε ανεξάρτητα σπίτια που συντηρούνται από τους γονείς.
Σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου Αθηνών, το 68% των νέων ενηλίκων (άνω των 18 και κάτω των 30 ετών) που δεν είναι πλέον σπουδαστές κατοικούν με τους γονείς τους. Είναι οι λεγόμενοι «ανεργοχλιδάτοι» ή «χλιδάνεργοι», που αντιστοιχούν με τους «twixters» της Αμερικής (= ενδιάμεσοι), με τους «Kippers» της Αγγλίας (kids in parentspockets eroding retirement savings = παιδιά που τρώνε τη σύνταξη των γονέων τους), με τους «tangy» της Γαλλίας (από τον ομώνυμο ήρωα μιας κωμωδίας), με τους «nesthockers» της Γερμανίας (= αυτοί που κάθονται στη φωλιά τους), με τους «mammoni» και τους «melleuristi» της Ιταλίας (= παιδιά της μαμάς και γενιά των 1000 €), με τους «freeters» της Ιαπωνίας (= free+arbeiter= «ελεύθερα» εργαζόμενοι) κ.ά.
Το φαινόμενο αυτό είναι χαρακτηριστικό των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών και έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Υπάρχουν σοβαροί κοινωνικοί και οικονομικοί λόγοι που το δημιουργούν και η ανάλυσή τους ξεφεύγει από τους στόχους του παρόντος βιβλίου. Ο ρόλος της οικογένειας όμως μέσα στις οποιεσδήποτε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες εξακολουθεί να είναι σημαντικός και με αυτόν θα ασχοληθούμε στη συνέχεια. 
Οι σημερινοί νέοι 20-30 ετών που είναι παιδιά της μεσαίας και άνω τάξης έχουν μεγαλώσει μέσα σε συνθήκες άνεσης. Συνήθισαν από μικροί να έχουν άφθονο χαρτζιλίκι, να φορούν «μάρκες», να απολαμβάνουν υλικά αγαθά, να προοδεύουν με εξωτερικά κίνητρα, να συσσωρεύουν γνώσεις χωρίς την ικανότητα να τις αξιολογούν. Οι γονείς τους κατά κανόνα υπήρξαν υπερπροστατευτικοί απέναντί τους, επικεντρωμένοι στη σχολική τους επιτυχία αλλά μη φροντίζοντας για έναν ουσιαστικό επαγγελματικό προσανατολισμό, εξασφαλίζοντάς τους τα πάντα χωρίς να φροντίζουν να τους δείχνουν τις δυσκολίες της ζωής, επιλύοντας προβλήματα και λαμβάνοντας αποφάσεις αντί γι’ αυτούς. Οι μακροχρόνιες σπουδές τούς έχουν κρατήσει σε απόσταση από κάθε προσπάθεια επιβίωσης και ανεξαρτητοποίησης. Οι νέοι αυτοί δεν έχουν ως παιδιά βιώσει τι σημαίνει να τα βγάζεις πέρα με περιορισμένο χαρτζιλίκι ούτε ως φοιτητές τι σημαίνει να ζεις με περιοριμένα οικονομικά και να κερδίζεις το χαρτζιλίκι σου με ευκαιριακές δουλειές. Χαρακτηριστικό είναι πως όταν ένας νέος εισαχθεί σε πανεπιστημιακή σχολή άλλης πόλης από αυτή που κατοικεί η οικογένεια, οι γονείς φροντίζουν να του εξασφαλίσουν σπίτι με πολλές ανέσεις και να του διαθέτουν για τη διαβίωσή του χρήματα που θα έφταναν για να ζήσει μια φτωχή οικογένεια. Η αγορά και η συντήρηση αυτοκινήτου από την οικογένεια μόλις ο νέος εισαχθεί στο πανεπιστήμιο είναι πολύ συνηθισμένη. Οι μεταπτυχιακές σπουδές αποτελούν κανόνα και στην πλειονότητά τους στοιχίζουν στους γονείς πολύ ακριβά. Το όνειρο της εργασίας στο δημόσιο αποτελεί επίσης κανόνα, ως τμήμα του σεναρίου ζωής που οι νέοι της γενιάς αυτής έχουν λάβει από την οικογένεια.
Βασικό στοιχείο της συμβουλευτικής διαδικασίας του Νίκου αποτελεί η μεταβολή των απόψεών του για τον κόσμο της εργασίας. Γρήγορα φτάνει να αντιληφθεί ότι:

·        το δημόσιο δεν είναι ο μόνος στόχος.

·        η αλλαγές εργασιών αποτελούν κανόνα σήμερα και η εξεύρεση της ιδανικής εργασίας στην οποία θα παραμείνει ως τη σύνταξη αποτελεί μύθο.

·        η έναρξη της επαγγελματικής ζωής συνήθως ενέχει  πολλές προσπάθειες, μεταβολές και απογοητεύσεις.

·        οι καλές σπουδές δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως εργασία αλλά χρειάζονται πολλές προσπάθειες στη συνέχεια.

·        κάθε συνέντευξη, βραχύχρονη συνεργασία ή άλλου είδους επαφή με κάποιον επαγγελματικό χώρο εμπλουτίζει την εμπειρία του και τον προετοιμάζει για την επαγγελματική ζωή.

·        δεν είναι «ντροπή» ούτε «αταίριαστο με την τάξη του» να εγγραφεί ως άνεργος στον ΟΑΕΔ.

·        οι συνεντευκτές δεν έχουν απαραιτήτως εχθρική στάση απέναντί του αλλά αν τον φέρνουν σε δύσκολη θέση το πιθανότερο είναι να θέλουν να ελέγξουν τη δυνατότητά του να ανταποκρίνεται σε καταστάσεις πίεσης.

Άλλο θέμα που απασχολεί το Νίκο είναι οι σπουδαστικές επιλογές που έχει κάνει. Δηλώνει πως ανέκαθεν τον ενδιέφεραν οι ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά στράφηκε προς τις σπουδές οικονομικών μετά  από προτροπή των γονέων του. Αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος που κάνουν οι γονείς στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν το καλύτερο επαγγελματικό μέλλον για το παιδί τους. Προσπαθούν να το προσανατολίσουν σε σχολές «κύρους» και επαγγέλματα που τη δεδομένη στιγμή προσφέρουν επαγγελματική αποκατάσταση, μη δίνοντας την ανάλογη σημασία στην προσωπικότητα, τις αξίες, τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητες του παιδιού. Αποτέλεσμα είναι τα παιδιά να καταβάλλουν κόπο και οι γονείς χρήματα που δεν αποδίδουν στο μέλλον. Σε ένα επάγγελμα που δεν του ταιριάζει το άτομο θα δυσκολευτεί να σταδιοδρομήσει ή, αν το καταφέρει, αυτό θα γίνει με μεγάλη ψυχολογική πίεση.
Στην παρούσα περίπτωση, αν ο Νίκος είχε επιλέξει κάποια σχολή ανθρωπιστικού περιεχομένου, σίγουρα θα ήταν καλύτερος σ’ αυτό παρά στα Οικονομικά και θα κατέβαλλε μεγαλύτερες προσπάθειες να βρει τρόπο να το ασκήσει. Ο ίδιος αποκαλύπτει πως τον ενδιαφέρουν η ψυχολογία και η κοινωνιολογία και ξαφνιάζεται όταν πληροφορείται πως θα μπορούσε να είχε προσεγγίσει και τις δυο αυτές επιστήμες μέσα από ένα μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Είναι πολύ συνηθισμένο ένας νέος να ακολουθεί το σενάριο που του έχει δοθεί από την οικογένειά του ακόμη κι όταν είναι αρκετά μεγάλος ώστε να διερευνήσει και να υποστηρίξει νέες επιλογές. Ο Νίκος ομολογεί πως στα επαγγελματικά του όνειρα κυριαρχεί το ενδιαφέρον του για τη μουσική γιατί είναι αρκετά άπιαστο ώστε να αγωνιστεί για να το διεκδικήσει. Η μουσική ως βασική κατεύθυνση σπουδών ήταν ανεπίτρεπτη στην οικογένειά του.
Βασικό θέμα γύρω από το οποίο δομείται η συμβουλευτική διαδικασία αποτελεί το θέμα της απεξάρτησης από την πατρική οικογένεια. Το θέμα αυτό έχει τόσο την πρακτική όσο και την ψυχολογική του πλευρά. Ο νέος φτάνει να συνειδητοποιήσει πως η οικονομική εξάρτηση μπορεί να αποτελεί σημαντική συνιστώσα κάθε άλλης εξάρτησης. Αποφασίζει να μην περιφρονεί τις ευκαιριακές εργασίες οι οποίες θα του προσφέρουν μια στοιχειώδη οικονομική ανεξαρτησία και τριβή με τον επαγγελματικό χώρο. Δέχεται να εργαστεί στο λογιστικό γραφείο του πατέρα ενός φίλου του για  την περίοδο της υποβολής των φορολογικών δηλώσεων, γεγονός που τον βγάζει από την κατάσταση αδράνειας στην οποία βρίσκεται. Τα χρήματα που κερδίζει επαρκούν για τα προσωπικά του έξοδα και αποφασίζει να διαβιώνει μόνο με αυτά κατοικώντας στο πατρικό σπίτι. Η απόφαση αυτή αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό βήμα του προς την ανεξαρτησία, αφού όταν εργαζόταν στην Τράπεζα ξόδευε αλόγιστα το μισθό του βασιζόμενος στη μόνιμη οικονομική ενίσχυση από τους γονείς.
Συνειδητοποιώντας την αξία των χρημάτων και της εργασίας, ασχολείται με την αναζήτηση καλύτερης δουλειάς με κριτήριο πλέον την ανεξαρτησία του. Οι επιλογές του αφενός προβληματίζουν τους γονείς, που θεωρούν τη δουλειά στο λογιστικό γραφείο ως «κατώτερη». Από την άλλη μεριά χαίρονται που ο γιος τους ψάχνει για δουλειά με συστηματικό τρόπο και έχει θέσει ο ίδιος όρια στις οικονομικές τους παροχές. Η συμβουλευτική συνεργασία διακόπτεται γιατί ο νέος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να την καλύψει μόνος του. Η δουλειά που έχει γίνει έχει θέσει κάποιες βάσεις στην προσωπικότητά του, οι οποίες σίγουρα θα συμπληρωθούν από την εμπειρία της πραγματικής ζωής. Επιθυμία του είναι να επανέλθει στη συμβουλευτική διαδικασία όταν θα έχει την οικονομική δυνατότητα, για δουλέψει τον εαυτό του σε μεγαλύτερο βάθος.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για τη δική σας προστασία, τα σχόλια δεν δημοσιεύονται αμέσως αλλά μετά από τη δική μου έγκριση.